Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013


Για ο,τι τόσο ποθήσαμε μα δεν μπορέσαμε ν' αγγίξουμε.. Για όλα αυτά που μετουσιώνονται σε φαντάσματα και τρέχουν ξοπίσω μας ως το τέλος.. Για κείνες τις φωνές που ποτέ δε θα σωπάσουν... αφού κανένας δεν τις άκουσε.. Για όλους αυτούς που δεν ξέρουν... και ποτέ δε θα μάθουν..

Όλα εξαρτώνται από το φως, από τον τρόπο που φωτίζονται τα πράγματα... Όλα εξαρτώνται από το σχήμα, τα περιγράμματα, τις παρεμβολές και τις αμφιβολίες. Όλα εξαρτώνται ακόμη από τον χρόνο που μας σημαδεύει κι απ' τα κενά που αφήνουν οι ειδήσεις. Το αληθινό πρόβλημα είναι να διαλέξεις αν θα κυνηγάς τις σκιές ή θα δεχτείς να είσαι ο κυνηγημένος. Ένα περίεργο "to be or not to be" σ' αυτό το μάλλον ναι σ' αυτό το μάλλον όχι. Να βγεις από τις σκιές ή να κάνεις τις σκιές καθεστώς. Και στην τελευταία φάση της αβύσσου, αφού ελευθερώσεις τους άλλους, όλους εκείνους που είναι οι άλλοι, να θυμάσαι, χωρίς πίεση, πως ένας είναι ο φυλακισμένος. Κι από κει και πέρα... να απελευθερωθείς. (από έναν Αργεντίνο ποιητή)


Εσύ κρατάς την μοναξιά σου, και γω την σιωπή μου...
Ακόμα μια φορά χάσαμε....





Δυο χρόνια είχα να σε δω Και σε συνάντησα ξανά μια Κυριακή Κερνούσες ούζα και κονιάκ στο καφενείο Και τα καλά σου φόραγες σαν να 'τανε γιορτή Δεν ήσουνα φαντάρος για να σου πω καλός πολίτης Μα ούτε και που γιόρταζες για να σου πω χρονιά πολλά Τρελάδικο και φυλακή δυο χρόνια κι έξι μήνες Ήπια το ούζο κι είπα γεια χαρά Το ξέρω ζήτησες δουλειά σε χίλια δυο αφεντικά Κι όλοι ζητούσανε να δουν συστάσεις, προϋπηρεσία Μα μόλις είδανε κι αυτοί πως είχες κίτρινο χαρτί Σε διώξανε σαν το σκυλί κι ούτε σ' αφήσανε να πεις Μια δικαιολογία Και είπες στην αρχή καλά κι αλλού εζήτησες δουλειά Κι αλλού ξανά κι αλλού τα ίδια και τα ίδια Μα ήσουν άτυχος πολύ γιατί έπεσες και σ' εποχή Που όλοι σφίγγαν το λουρί κι εσύ είχες κίτρινο χαρτί Κι αυτό το χρώμα ξέρεις φέρνει αλλεργία Κι ερχότανε κι ο πυρετός κάθε που νύχτωνε Σε τυρρανούσε καλοκαίρι και χειμώνα Κι είναι μαρτύριο τρομερό το βίτσιο αυτό το βρομερό Που σου 'μαθε στη φυλακή εκείνος ο ψηλός απ' τη Δραπετσώνα σου λείπει η σκόνη η λευκή, το ξέρεις πως δεν φταις εσύ φωτιές σου καίνε το κορμί, κουτάλι και βελόνα Και έκανες υπομονή γιατί φοβόσουν το κελί Καλόπιανες τη μοναξιά και τον ασβέστη που 'πεφτε Σαν χιόνι απ' το ταβάνι Και μέχρι να σου βγει η ψυχή δεν θα ξεχάσεις μια στιγμή Κάποια βραδιά στη φυλακή φωνές και κλάματα Κι είπανε τ' αλλο το πρωί στο δεκαπέντε το κελί Ότι βιάσαν οι παλιοί τον έφηβο το Φάνη Κι όταν σε βρήκαν παγωμένο στο κελί σου Είπαν αυτός είναι απ' ώρα πια νεκρός Και κάποιος έτρεξε τηλέφωνο να πάρει Πέντε βδομάδες τώρα υπόφερες το ξέρω Το ξέρω σου 'λειψε η σκόνη η λευκή Και μού 'λεγες εκεί ξανά δε θα γυρίσω σιχάθηκα τις νύχτες τις λευκές Σαν άνθρωπος κι εγώ θέλω να ζήσω
Στο όνομά της έπινα νερό
κι άλλα μάτια δεν κοιτούσα εγώ
στην αγάπη της ορκιζόμουνα
και στα λόγια της βασιζόμουνα

Ανύποπτα, ανύποπτα
έφυγε και δε μου είπε τίποτα
Ανύποπτα, ανύποπτα
έφυγε και δε μου είπε τίποτα

Το όνειρο μου άφησε μισό
τη ζωή μου τώρα ρημαδιό
άδεια αγκαλιά μια πληγή βαθιά
ένας χωρισμός δίχως γιατρειά
Έχω πολλά μες στην καρδιά
Που 'γίναν από πόνο
Τι μου 'μεινε απ' τη ζωή
ένα ταξίδι μόνο

Ένα καράβι πέρασε
Κι εγώ όλο προσμένω
Φύγατε και μ' αφήσατε
μόνο να περιμένω

Μικρή ανθίζει η ζωή
Και χάνεται μεγάλη
Και αισθάνομαι κάθε στιγμή
Χειμώνας σ'ακρογιάλι




ΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό